Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κώφωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήτο να μην ακούει κάποιος, η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαη μετατροπή ενός ανοιχτού φωνήεντος σε κλειστό Βικιλεξικό
    • στις βόρειες διαλέκτους παρουσιάζεται το φαινόμενο της κώφωσης· έτσι το ε προφέρεται ι και το ο προφέρεται ου

Ετυμολογία

κώφωση < αρχαία ελληνική κώφωσις < κωφόω < κωφός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκώφωσηκωφώσεις
Γενικήκώφωσηςκωφώσεων
Αιτιατικήκώφωσηκωφώσεις
Κλητικήκώφωσηκωφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →