λέμβος
•
- λόγιομικρό σκάφος με συγκεκριμένη χρήση Βικιλεξικό
- δίκωπη λέμβος, τετράκωπη λέμβος
- σωσίβια λέμβος
- το καλάθι του αερόστατου Βικιλεξικό
- λέμβος όπως στην κοινή νεοελληνική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λέμβος < (καθαρεύουσα) ἡ λέμβος (θηλυκό), (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁ λέμβος (αρσενικό) με αλλαγή σε θηλυκό όπως η άκατος, η βάρκα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λέμβος | λέμβοι |
| Γενική | λέμβου | λέμβων |
| Αιτιατική | λέμβο | λέμβους |
| Κλητική | λέμβε | λέμβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →