Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λέμβος

/ˈleɱ.vos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιομικρό σκάφος με συγκεκριμένη χρήση Βικιλεξικό
    • δίκωπη λέμβος, τετράκωπη λέμβος
    • σωσίβια λέμβος
  2. το καλάθι του αερόστατου Βικιλεξικό
  3. λέμβος όπως στην κοινή νεοελληνική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λέμβος < (καθαρεύουσα) ἡ λέμβος (θηλυκό), (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁ λέμβος (αρσενικό) με αλλαγή σε θηλυκό όπως η άκατος, η βάρκα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλέμβοςλέμβοι
Γενικήλέμβουλέμβων
Αιτιατικήλέμβολέμβους
Κλητικήλέμβελέμβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →