Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λήθη

/ˈli.θi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η λησμονιά, το σβήσιμο από τη μνήμη, το να μη θυμάσαι πια Βικιλεξικό
    • Τα χάδια μου τα πέταξα Στης λήθης το πηγάδι. Να μην τα βρουν οι αγκαλιές που βγαίνουνε σεργιάνι.
  2. η λησμονιά, η κατάσταση κατά την οποία δεν σε θυμάται κανείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λήθη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήθη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλήθη—
Γενικήλήθης—
Αιτιατικήλήθη—
Κλητικήλήθη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →