αλήθεια
•
- καθετί που συμφωνεί με την πραγματικότητα, αυτό που όντως συνέβη ή συμβαίνει ή είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα συμβεί Βικιλεξικό
- γιατί αμφισβητείς πάντα την αλήθεια των λόγων μου;
- η απουσία ψεύδους ή άλλης σκόπιμης αλλοίωσης της πραγματικότητας Βικιλεξικό
- θέλω να μου λες όλη την αλήθεια
- καθετί που είναι ορθό, καθετί που ισχύει Βικιλεξικό
- Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
- καθετί που μπορεί να επαληθευτεί πειραματικά ή να ελεγχθεί με τη λογική και την εμπειρία, με αξιόπιστα δεδομένα Βικιλεξικό
- η επιστημονική αλήθεια
Ετυμολογία
αλήθεια < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλήθεια, αλλά με συνίζηση < ἀληθής < ἀ- στερητικό + λήθη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλήθεια | αλήθειες |
| Γενική | αλήθειας | αληθειών |
| Αιτιατική | αλήθεια | αλήθειες |
| Κλητική | αλήθεια | αλήθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →