Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλήθεια

/aˈli.θi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καθετί που συμφωνεί με την πραγματικότητα, αυτό που όντως συνέβη ή συμβαίνει ή είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα συμβεί Βικιλεξικό
    • γιατί αμφισβητείς πάντα την αλήθεια των λόγων μου;
  2. η απουσία ψεύδους ή άλλης σκόπιμης αλλοίωσης της πραγματικότητας Βικιλεξικό
    • θέλω να μου λες όλη την αλήθεια
  3. καθετί που είναι ορθό, καθετί που ισχύει Βικιλεξικό
    • Και τώρα πώς νομίζετε να τη βαφτίσανε τα «Παναθήναια», Πλύστρα; Ο Θεός φυλάξει! Θα 'τανε αλήθεια. Η ευγένειά της το φτωχοκόριτσο, είναι «πλύντρια». (Γιάννης Ψυχάρης, Εμμανουήλ Κριαράς, Ανθολόγιο Ψυχάρη, εκδ. Κέντρο Βυζαντινών, Μεταβυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2007, σελ. 287
  4. καθετί που μπορεί να επαληθευτεί πειραματικά ή να ελεγχθεί με τη λογική και την εμπειρία, με αξιόπιστα δεδομένα Βικιλεξικό
    • η επιστημονική αλήθεια

Ετυμολογία

αλήθεια < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀλήθεια, αλλά με συνίζηση < ἀληθής < ἀ- στερητικό + λήθη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλήθειααλήθειες
Γενικήαλήθειαςαληθειών
Αιτιατικήαλήθειααλήθειες
Κλητικήαλήθειααλήθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →