λήξας
•
- εκείνος που έληξε, που αποκλείεται να έχει συνέχεια Βικιλεξικό
- Ο αγώνας θα θεωρηθεί λήξας μετά από 3 ώρες ενώ οι κολυμβητές που θα βρίσκονται εκείνη τη στιγμή μέχρι και 500 μέτρα από...
- Τώρα ο γάμος τους θεωρείται και τυπικά λήξας και οι δύο πρώην σύζυγοι θα μοιραστούν την κηδεμονία των παιδιών
- εκείνος που θεωρείται ότι έληξε Βικιλεξικό
- —Θέλω να γυρίσω μόνη μου από το πάρτι! Δεν είμαι μωρό! —Αποκλείεται! Είσαι 13 ετών και το θέμα θεωρείται λήξαν!
- Η κυβέρνηση θεωρεί το θέμα λήξαν παρά τις αντιδράσεις των συνδικαλιστών
- Μετά τους διαξιφισμούς με τον παίκτη, ο προπονητής δήλωσε ότι από πλευράς τους θεωρεί το θέμα λήξαν και δεν πιστεύει ότι υπάρχει κανένα πρόβλημα
Ετυμολογία
λήξας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήξας, μετοχή του αορίστου ἔληξα του ρήματος λήγω
Άλλοι τύποι
λήξανλήξανταλήξανταςλήξαντεςλήξαντοςλήξαςλήξασαλήξασαςλήξασεςληξάντωνληξάσηςληξασών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →