Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λήξας

ρήμα, αρσενικό
•
  1. εκείνος που έληξε, που αποκλείεται να έχει συνέχεια Βικιλεξικό
    • Ο αγώνας θα θεωρηθεί λήξας μετά από 3 ώρες ενώ οι κολυμβητές που θα βρίσκονται εκείνη τη στιγμή μέχρι και 500 μέτρα από...
    • Τώρα ο γάμος τους θεωρείται και τυπικά λήξας και οι δύο πρώην σύζυγοι θα μοιραστούν την κηδεμονία των παιδιών
  2. εκείνος που θεωρείται ότι έληξε Βικιλεξικό
    • —Θέλω να γυρίσω μόνη μου από το πάρτι! Δεν είμαι μωρό! —Αποκλείεται! Είσαι 13 ετών και το θέμα θεωρείται λήξαν!
    • Η κυβέρνηση θεωρεί το θέμα λήξαν παρά τις αντιδράσεις των συνδικαλιστών
    • Μετά τους διαξιφισμούς με τον παίκτη, ο προπονητής δήλωσε ότι από πλευράς τους θεωρεί το θέμα λήξαν και δεν πιστεύει ότι υπάρχει κανένα πρόβλημα

Ετυμολογία

λήξας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήξας, μετοχή του αορίστου ἔληξα του ρήματος λήγω

Άλλοι τύποι

λήξανλήξανταλήξανταςλήξαντεςλήξαντοςλήξαςλήξασαλήξασαςλήξασεςληξάντωνληξάσηςληξασών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →