λίκνο
•
- η κούνια (το παιδικό κρεβατάκι) Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι σπουδαίο Βικιλεξικό
- το λίκνο του πολιτισμού
Ετυμολογία
λίκνο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίκνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λίκνο | λίκνα |
| Γενική | λίκνου | λίκνων |
| Αιτιατική | λίκνο | λίκνα |
| Κλητική | λίκνο | λίκνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →