λαβωματιά
•
- το αποτέλεσμα του λαβώνω, το τραύμα που προκλήθηκε από πυροβόλο ή άλλο όπλο, π.χ. μαχαίρι Βικιλεξικό
- Μά τές πολλές λαβωματιές πού μὄφαγαν τά στήθια.. (Διον. Σολωμός, Ο Κρητικός)
Ετυμολογία
λαβωματιά < μεσαιωνική ελληνική λαβωματία < λάβωμα (γενική λαβώματ-ος) + -ία < λαβώνω < αρχ. ελλ. λωβάομαι < λώβη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαβωματιά | λαβωματιές |
| Γενική | λαβωματιάς | λαβωματιών |
| Αιτιατική | λαβωματιά | λαβωματιές |
| Κλητική | λαβωματιά | λαβωματιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →