Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραύμα

/ˈtɾav.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιατρικήοποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ) Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόμεγάλες υλικές ζημιές, καταστροφές Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκαθετί που προκαλεί ηθική και ψυχολογική αρνητική επίπτωση στο άτομο Βικιλεξικό
    • ψυχικό τραύμα

Ετυμολογία

τραύμα < 1. με την κυριολεκτική σημασία (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραῦμα, 2. με τη μεταφορική ψυχολογική σημασία σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική trauma

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτραύματραύματα
Γενικήτραύματοςτραυμάτων
Αιτιατικήτραύματραύματα
Κλητικήτραύματραύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →