τραύμα
•
- ιατρικήοποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ) Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόμεγάλες υλικές ζημιές, καταστροφές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαθετί που προκαλεί ηθική και ψυχολογική αρνητική επίπτωση στο άτομο Βικιλεξικό
- ψυχικό τραύμα
Ετυμολογία
τραύμα < 1. με την κυριολεκτική σημασία (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραῦμα, 2. με τη μεταφορική ψυχολογική σημασία σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική trauma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραύμα | τραύματα |
| Γενική | τραύματος | τραυμάτων |
| Αιτιατική | τραύμα | τραύματα |
| Κλητική | τραύμα | τραύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →