λαγαρίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι λαγαρό, καθαρό, διαυγές, λαμπερό Βικιλεξικό
- λαγαρίζω το κρασί, τα ασημικά
- αμετάβατοκαθαρίζω, αποκτώ διαύγεια Βικιλεξικό
- (μεταφορικά)
Ετυμολογία
λαγαρίζω < λαγαρός +-ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαγαρίζω | λαγαρίζεις | λαγαρίζει | λαγαρίζουμε | λαγαρίζετε | λαγαρίζουν / λαγαρίζουνε |
| Παρατατικός | λαγάριζα | λαγάριζες | λαγάριζε | λαγαρίζαμε | λαγαρίζατε | λαγάριζαν / λαγαρίζαν / λαγαρίζανε |
| Αόριστος | λαγάρισα | λαγάρισες | λαγάρισε | λαγαρίσαμε | λαγαρίσατε | λαγάρισαν / λαγαρίσαν / λαγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα λαγαρίζω / θα λαγαρίσω | θα λαγαρίζεις / θα λαγαρίσεις | θα λαγαρίζει / θα λαγαρίσει | θα λαγαρίζουμε / θα λαγαρίσουμε | θα λαγαρίζετε / θα λαγαρίσετε | θα λαγαρίζουν / θα λαγαρίζουνε / θα λαγαρίσουν / θα λαγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαγαρίσει | έχεις λαγαρίσει | έχει λαγαρίσει | έχουμε λαγαρίσει | έχετε λαγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαγαρίσει | είχες λαγαρίσει | είχε λαγαρίσει | είχαμε λαγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαγαρίσει / να λαγαρίζω / να λαγαρίσω | να έχεις λαγαρίσει / να λαγαρίζεις / να λαγαρίσεις | να έχει λαγαρίσει / να λαγαρίζει / να λαγαρίσει | να έχουμε λαγαρίσει / να λαγαρίζουμε / να λαγαρίσουμε | να έχετε λαγαρίσει / να λαγαρίζετε / να λαγαρίσετε | να λαγαρίζουν / να λαγαρίζουνε / να λαγαρίσουν / να λαγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | λαγάριζε / λαγάρισε | — | — | λαγαρίζετε / λαγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →