λαδομπογιά
•
- μπογιά που την παρασκευάζουμε με διάφορα έλαια και χρωστικές προσμείξεις Βικιλεξικό
- ζωγραφικό έργο που δημιουργείται με την παραπάνω μπογιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδομπογιά < λαδο- + μπογιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαδομπογιά | λαδομπογιές |
| Γενική | λαδομπογιάς | λαδομπογιών |
| Αιτιατική | λαδομπογιά | λαδομπογιές |
| Κλητική | λαδομπογιά | λαδομπογιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →