λαδομπογιατίζω
•
- βάφω ή ζωγραφίζω με λαδομπογιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαδομπογιατίζω < λάδ(ι) + -ο- + μπογιατίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαδομπογιατίζω | λαδομπογιατίζεις | λαδομπογιατίζει | λαδομπογιατίζουμε | λαδομπογιατίζετε | λαδομπογιατίζουν / λαδομπογιατίζουνε |
| Παρατατικός | λαδομπογιάτιζα | λαδομπογιάτιζες | λαδομπογιάτιζε | λαδομπογιατίζαμε | λαδομπογιατίζατε | λαδομπογιάτιζαν / λαδομπογιατίζαν / λαδομπογιατίζανε |
| Αόριστος | λαδομπογιάτισα | λαδομπογιάτισες | λαδομπογιάτισε | λαδομπογιατίσαμε | λαδομπογιατίσατε | λαδομπογιάτισαν / λαδομπογιατίσαν / λαδομπογιατίσανε |
| Μέλλοντας | θα λαδομπογιατίζω / θα λαδομπογιατίσω | θα λαδομπογιατίζεις / θα λαδομπογιατίσεις | θα λαδομπογιατίζει / θα λαδομπογιατίσει | θα λαδομπογιατίζουμε / θα λαδομπογιατίσουμε | θα λαδομπογιατίζετε / θα λαδομπογιατίσετε | θα λαδομπογιατίζουν / θα λαδομπογιατίζουνε / θα λαδομπογιατίσουν / θα λαδομπογιατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαδομπογιατίσει | έχεις λαδομπογιατίσει | έχει λαδομπογιατίσει | έχουμε λαδομπογιατίσει | έχετε λαδομπογιατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαδομπογιατίσει | είχες λαδομπογιατίσει | είχε λαδομπογιατίσει | είχαμε λαδομπογιατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαδομπογιατίσει / να λαδομπογιατίζω / να λαδομπογιατίσω | να έχεις λαδομπογιατίσει / να λαδομπογιατίζεις / να λαδομπογιατίσεις | να έχει λαδομπογιατίσει / να λαδομπογιατίζει / να λαδομπογιατίσει | να έχουμε λαδομπογιατίσει / να λαδομπογιατίζουμε / να λαδομπογιατίσουμε | να έχετε λαδομπογιατίσει / να λαδομπογιατίζετε / να λαδομπογιατίσετε | να λαδομπογιατίζουν / να λαδομπογιατίζουνε / να λαδομπογιατίσουν / να λαδομπογιατίσουνε |
| Προστακτική | — | λαδομπογιάτιζε / λαδομπογιάτισε | — | — | λαδομπογιατίζετε / λαδομπογιατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →