λακές
•
- επάγγελμαυπηρέτης που φορά στολή Βικιλεξικό
- Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει και πονηρεύτηκε. (...) Αναζήτησε λοιπόν ο λακές τον δεύτερο στην ιεραρχία γιατρό, ο οποίος βρέθηκε, ήρθε, εξέτασε και αποφάνθηκε: «Νεκρός.» (@enet.gr)
- μεταφορικάπου φέρεται με δουλοπρέπεια, σαν να είναι υπηρέτης Βικιλεξικό
- Και αυτό, γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Γαλλία έγινε ο λακές του Ομπάμα, ούσα στο περιθώριο των σκληρών διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέμβαση. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
λακές < (άμεσο δάνειο) γαλλική laquais (προφορά /la.kɛ/) + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λακές | λακέδες |
| Γενική | λακέ | λακέδων |
| Αιτιατική | λακέ | λακέδες |
| Κλητική | λακέ | λακέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →