αρχιλακές
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάο επικεφαλής των λακέδων Βικιλεξικό
- Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει και πονηρεύτηκε. (...) Αναζήτησε λοιπόν ο λακές τον δεύτερο στην ιεραρχία γιατρό, ο οποίος βρέθηκε, ήρθε, εξέτασε και αποφάνθηκε: «Νεκρός.» (* εφημερίδα enet.gr)
Ετυμολογία
αρχιλακές < αρχι- + λακές < γαλλική laquais
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιλακές | αρχιλακέδες |
| Γενική | αρχιλακέ | αρχιλακέδων |
| Αιτιατική | αρχιλακέ | αρχιλακέδες |
| Κλητική | αρχιλακέ | αρχιλακέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →