λαμπαδηδρομία
•
- αγώνισμα δρόμου στο οποίο οι δρομείς τρέχουν κρατώντας αναμμένους πυρσούς ή λαμπάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμπαδηδρομία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λαμπαδηδρομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαμπαδηδρομία | λαμπαδηδρομίες |
| Γενική | λαμπαδηδρομίας | λαμπαδηδρομιών |
| Αιτιατική | λαμπαδηδρομία | λαμπαδηδρομίες |
| Κλητική | λαμπαδηδρομία | λαμπαδηδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →