λαμπαδηδρόμος
•
- ο δρομέας σε μια λαμπαδηδρομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμπαδηδρόμος < λαμπαδηδρομ(ία) + -ος. Συγγενές το μεσαιωνικό λαμπαδηδρόμος ἀγών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαμπαδηδρόμος | λαμπαδηδρόμοι |
| Γενική | λαμπαδηδρόμου | λαμπαδηδρόμων |
| Αιτιατική | λαμπαδηδρόμο | λαμπαδηδρόμους |
| Κλητική | λαμπαδηδρόμε | λαμπαδηδρόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →