λαμπρύνω
•
- με την παρουσία μου κάνω κάτι να φαίνεται πιο λαμπρό, κοσμώ, ομορφαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαμπρύνω < αρχαία ελληνική λαμπρύνω < λαμπρ(ός) + -ύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμπρύνω | λαμπρύνεις | λαμπρύνει | λαμπρύνουμε | λαμπρύνετε | λαμπρύνουν / λαμπρύνουνε |
| Παρατατικός | λάμπρυνα / λαμπρυνόμουνα | λάμπρυνες / λαμπρυνόσουνα | λάμπρυνε / λαμπρυνότανε | λαμπρύναμε | λαμπρύνατε | λάμπρυναν / λαμπρύναν / λαμπρύνανε |
| Αόριστος | λάμπρυνα | λάμπρυνες | λάμπρυνε | λαμπρύναμε | λαμπρύνατε | λάμπρυναν / λαμπρύναν / λαμπρύνανε |
| Μέλλοντας | θα λαμπρύνω | θα λαμπρύνεις | θα λαμπρύνει | θα λαμπρύνουμε | θα λαμπρύνετε | θα λαμπρύνουν / θα λαμπρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαμπρύνει | έχεις λαμπρύνει | έχει λαμπρύνει | έχουμε λαμπρύνει | έχετε λαμπρύνει | έχουν λαμπρύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαμπρύνει | είχες λαμπρύνει | είχε λαμπρύνει | είχαμε λαμπρύνει | είχατε λαμπρύνει | είχαν λαμπρύνει |
| Υποτακτική | να έχω λαμπρύνει / να λαμπρύνω | να έχεις λαμπρύνει / να λαμπρύνεις | να έχει λαμπρύνει / να λαμπρύνει | να έχουμε λαμπρύνει / να λαμπρύνουμε | να έχετε λαμπρύνει / να λαμπρύνετε | να έχουν λαμπρύνει / να λαμπρύνουν / να λαμπρύνουνε |
| Προστακτική | — | λάμπρυνε / λαμπρύνου | — | — | λαμπρύνετε / λαμπρύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμπρύνομαι | λαμπρύνεσαι | λαμπρύνεται | λαμπρυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | λαμπρυνόμουν | λαμπρυνόσουν | λαμπρυνόταν | λαμπρυνόμασταν / λαμπρυνόμαστε | — | — |
| Μέλλοντας | θα λαμπρύνομαι | θα λαμπρύνεσαι | θα λαμπρύνεται | θα λαμπρυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να λαμπρύνομαι | να λαμπρύνεσαι | να λαμπρύνεται | να λαμπρυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →