Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαμπρύνω

/lamˈbɾi.no/ρήμα
•
  1. με την παρουσία μου κάνω κάτι να φαίνεται πιο λαμπρό, κοσμώ, ομορφαίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαμπρύνω < αρχαία ελληνική λαμπρύνω < λαμπρ(ός) + -ύνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαμπρύνωλαμπρύνειςλαμπρύνειλαμπρύνουμελαμπρύνετελαμπρύνουν / λαμπρύνουνε
Παρατατικόςλάμπρυνα / λαμπρυνόμουναλάμπρυνες / λαμπρυνόσουναλάμπρυνε / λαμπρυνότανελαμπρύναμελαμπρύνατελάμπρυναν / λαμπρύναν / λαμπρύνανε
Αόριστοςλάμπρυναλάμπρυνεςλάμπρυνελαμπρύναμελαμπρύνατελάμπρυναν / λαμπρύναν / λαμπρύνανε
Μέλλονταςθα λαμπρύνωθα λαμπρύνειςθα λαμπρύνειθα λαμπρύνουμεθα λαμπρύνετεθα λαμπρύνουν / θα λαμπρύνουνε
Παρακείμενοςέχω λαμπρύνειέχεις λαμπρύνειέχει λαμπρύνειέχουμε λαμπρύνειέχετε λαμπρύνειέχουν λαμπρύνει
Υπερσυντέλικοςείχα λαμπρύνειείχες λαμπρύνειείχε λαμπρύνειείχαμε λαμπρύνειείχατε λαμπρύνειείχαν λαμπρύνει
Υποτακτικήνα έχω λαμπρύνει / να λαμπρύνωνα έχεις λαμπρύνει / να λαμπρύνειςνα έχει λαμπρύνει / να λαμπρύνεινα έχουμε λαμπρύνει / να λαμπρύνουμενα έχετε λαμπρύνει / να λαμπρύνετενα έχουν λαμπρύνει / να λαμπρύνουν / να λαμπρύνουνε
Προστακτική—λάμπρυνε / λαμπρύνου——λαμπρύνετε / λαμπρύντε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαμπρύνομαιλαμπρύνεσαιλαμπρύνεταιλαμπρυνόμαστε——
Παρατατικόςλαμπρυνόμουνλαμπρυνόσουνλαμπρυνότανλαμπρυνόμασταν / λαμπρυνόμαστε——
Μέλλονταςθα λαμπρύνομαιθα λαμπρύνεσαιθα λαμπρύνεταιθα λαμπρυνόμαστε——
Υποτακτικήνα λαμπρύνομαινα λαμπρύνεσαινα λαμπρύνεταινα λαμπρυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →