λάμπω
•
- ακτινοβολώ φως Βικιλεξικό
- ο ήλιος λάμπει
- Ο Σακαρέλος κοίταξε άφωνος τα μάτια της, που λάμπανε στο σκοτάδι. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
Ετυμολογία
λάμπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λάμπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
Άλλοι τύποι
έλαμπαέλαμψαλάμψω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →