λαμπυρίδα
•
- έντομοη πυγολαμπίδα, η κωλοφωτιά Βικιλεξικό
- αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες
Ετυμολογία
* λαμπυρίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαμπυρίδα (με διαφορετική σημασία) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαμπυρίς από την αιτιατική «τὴν λαμπυρίδα» → δείτε τη λέξη λάμπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαμπυρίδα | λαμπυρίδες |
| Γενική | λαμπυρίδας | λαμπυρίδων |
| Αιτιατική | λαμπυρίδα | λαμπυρίδες |
| Κλητική | λαμπυρίδα | λαμπυρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →