Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαμπυρίδα

/lam.biˈɾi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντομοη πυγολαμπίδα, η κωλοφωτιά Βικιλεξικό
    • αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες

Ετυμολογία

* λαμπυρίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαμπυρίδα (με διαφορετική σημασία) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαμπυρίς από την αιτιατική «τὴν λαμπυρίδα» → δείτε τη λέξη λάμπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαμπυρίδαλαμπυρίδες
Γενικήλαμπυρίδαςλαμπυρίδων
Αιτιατικήλαμπυρίδαλαμπυρίδες
Κλητικήλαμπυρίδαλαμπυρίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →