λαμπυρίζω
•
- εκπέμπω λάμψεις Βικιλεξικό
- Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει / στην ψηλή σου κορυφή, / είν' ο φάρος που φωτίζει / μιαν ελπίδα μας κρυφή. (Ιωάννης Πολέμης, Η σημαία)
- στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
Ετυμολογία
λαμπυρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λαμπυρίζω < λαμπυρίς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαμπυρίζω | λαμπυρίζεις | λαμπυρίζει | λαμπυρίζουμε | λαμπυρίζετε | λαμπυρίζουν / λαμπυρίζουνε |
| Παρατατικός | λαμπύριζα | λαμπύριζες | λαμπύριζε | λαμπυρίζαμε | λαμπυρίζατε | λαμπυρίζαν / λαμπυρίζανε / λαμπύριζαν |
| Αόριστος | λαμπύρισα | λαμπύρισες | λαμπύρισε | λαμπυρίσαμε | λαμπυρίσατε | λαμπυρίσαν / λαμπυρίσανε / λαμπύρισαν |
| Μέλλοντας | θα λαμπυρίζω / θα λαμπυρίσω | θα λαμπυρίζεις / θα λαμπυρίσεις | θα λαμπυρίζει / θα λαμπυρίσει | θα λαμπυρίζουμε / θα λαμπυρίσουμε | θα λαμπυρίζετε / θα λαμπυρίσετε | θα λαμπυρίζουν / θα λαμπυρίζουνε / θα λαμπυρίσουν / θα λαμπυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαμπυρίσει | έχεις λαμπυρίσει | έχει λαμπυρίσει | έχουμε λαμπυρίσει | έχετε λαμπυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαμπυρίσει | είχες λαμπυρίσει | είχε λαμπυρίσει | είχαμε λαμπυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαμπυρίσει / να λαμπυρίζω / να λαμπυρίσω | να έχεις λαμπυρίσει / να λαμπυρίζεις / να λαμπυρίσεις | να έχει λαμπυρίσει / να λαμπυρίζει / να λαμπυρίσει | να έχουμε λαμπυρίσει / να λαμπυρίζουμε / να λαμπυρίσουμε | να έχετε λαμπυρίσει / να λαμπυρίζετε / να λαμπυρίσετε | να λαμπυρίζουν / να λαμπυρίζουνε / να λαμπυρίσουν / να λαμπυρίσουνε |
| Προστακτική | — | λαμπύριζε / λαμπύρισε | — | — | λαμπυρίζετε / λαμπυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →