λανολίνη
•
- χημείακηρώδης ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες των ζώων με μαλλί (π.χ. πρόβατα) και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λανολίνη < (άμεσο δάνειο) γαλλική lanoline < λατινική lana (μαλλί) + oleum (έλαιο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λανολίνη | λανολίνες |
| Γενική | λανολίνης | λανολινών |
| Αιτιατική | λανολίνη | λανολίνες |
| Κλητική | λανολίνη | λανολίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →