λαπαδιάζω
•
- γίνομαι χυλός, λαπάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαπαδιάζω < (λαπάς) λαπαδ- + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαπαδιάζω | λαπαδιάζεις | λαπαδιάζει | λαπαδιάζουμε | λαπαδιάζετε | λαπαδιάζουν / λαπαδιάζουνε |
| Παρατατικός | λαπάδιαζα | λαπάδιαζες | λαπάδιαζε | λαπαδιάζαμε | λαπαδιάζατε | λαπάδιαζαν / λαπαδιάζαν / λαπαδιάζανε |
| Αόριστος | λαπάδιασα | λαπάδιασες | λαπάδιασε | λαπαδιάσαμε | λαπαδιάσατε | λαπάδιασαν / λαπαδιάσαν / λαπαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λαπαδιάζω / θα λαπαδιάσω | θα λαπαδιάζεις / θα λαπαδιάσεις | θα λαπαδιάζει / θα λαπαδιάσει | θα λαπαδιάζουμε / θα λαπαδιάσουμε | θα λαπαδιάζετε / θα λαπαδιάσετε | θα λαπαδιάζουν / θα λαπαδιάζουνε / θα λαπαδιάσουν / θα λαπαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαπαδιάσει | έχεις λαπαδιάσει | έχει λαπαδιάσει | έχουμε λαπαδιάσει | έχετε λαπαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαπαδιάσει | είχες λαπαδιάσει | είχε λαπαδιάσει | είχαμε λαπαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαπαδιάσει / να λαπαδιάζω / να λαπαδιάσω | να έχεις λαπαδιάσει / να λαπαδιάζεις / να λαπαδιάσεις | να έχει λαπαδιάσει / να λαπαδιάζει / να λαπαδιάσει | να έχουμε λαπαδιάσει / να λαπαδιάζουμε / να λαπαδιάσουμε | να έχετε λαπαδιάσει / να λαπαδιάζετε / να λαπαδιάσετε | να λαπαδιάζουν / να λαπαδιάζουνε / να λαπαδιάσουν / να λαπαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | λαπάδιαζε / λαπάδιασε | — | — | λαπαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λαπαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →