Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαπαδιάζω

/la.paˈðʝa.zo/ρήμα
•
  1. γίνομαι χυλός, λαπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαπαδιάζω < (λαπάς) λαπαδ- + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαπαδιάζωλαπαδιάζειςλαπαδιάζειλαπαδιάζουμελαπαδιάζετελαπαδιάζουν / λαπαδιάζουνε
Παρατατικόςλαπάδιαζαλαπάδιαζεςλαπάδιαζελαπαδιάζαμελαπαδιάζατελαπάδιαζαν / λαπαδιάζαν / λαπαδιάζανε
Αόριστοςλαπάδιασαλαπάδιασεςλαπάδιασελαπαδιάσαμελαπαδιάσατελαπάδιασαν / λαπαδιάσαν / λαπαδιάσανε
Μέλλονταςθα λαπαδιάζω / θα λαπαδιάσωθα λαπαδιάζεις / θα λαπαδιάσειςθα λαπαδιάζει / θα λαπαδιάσειθα λαπαδιάζουμε / θα λαπαδιάσουμεθα λαπαδιάζετε / θα λαπαδιάσετεθα λαπαδιάζουν / θα λαπαδιάζουνε / θα λαπαδιάσουν / θα λαπαδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω λαπαδιάσειέχεις λαπαδιάσειέχει λαπαδιάσειέχουμε λαπαδιάσειέχετε λαπαδιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λαπαδιάσειείχες λαπαδιάσειείχε λαπαδιάσειείχαμε λαπαδιάσει——
Υποτακτικήνα έχω λαπαδιάσει / να λαπαδιάζω / να λαπαδιάσωνα έχεις λαπαδιάσει / να λαπαδιάζεις / να λαπαδιάσειςνα έχει λαπαδιάσει / να λαπαδιάζει / να λαπαδιάσεινα έχουμε λαπαδιάσει / να λαπαδιάζουμε / να λαπαδιάσουμενα έχετε λαπαδιάσει / να λαπαδιάζετε / να λαπαδιάσετενα λαπαδιάζουν / να λαπαδιάζουνε / να λαπαδιάσουν / να λαπαδιάσουνε
Προστακτική—λαπάδιαζε / λαπάδιασε——λαπαδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

λαπαδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →