χυλώνω
•
- αμετάβατογίνομαι χυλός Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι χυλό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυλώνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χυλόω / χυλῶ + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χυλώνω | χυλώνεις | χυλώνει | χυλώνουμε | χυλώνετε | χυλώνουν / χυλώνουνε |
| Παρατατικός | χύλωνα | χύλωνες | χύλωνε | χυλώναμε | χυλώνατε | χυλώναν / χυλώνανε / χύλωναν |
| Αόριστος | χύλωσα | χύλωσες | χύλωσε | χυλώσαμε | χυλώσατε | χυλώσαν / χυλώσανε / χύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα χυλώνω / θα χυλώσω | θα χυλώνεις / θα χυλώσεις | θα χυλώνει / θα χυλώσει | θα χυλώνουμε / θα χυλώσουμε | θα χυλώνετε / θα χυλώσετε | θα χυλώνουν / θα χυλώνουνε / θα χυλώσουν / θα χυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χυλώσει | έχεις χυλώσει | έχει χυλώσει | έχουμε χυλώσει | έχετε χυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χυλώσει | είχες χυλώσει | είχε χυλώσει | είχαμε χυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χυλώσει / να χυλώνω / να χυλώσω | να έχεις χυλώσει / να χυλώνεις / να χυλώσεις | να έχει χυλώσει / να χυλώνει / να χυλώσει | να έχουμε χυλώσει / να χυλώνουμε / να χυλώσουμε | να έχετε χυλώσει / να χυλώνετε / να χυλώσετε | να χυλώνουν / να χυλώνουνε / να χυλώσουν / να χυλώσουνε |
| Προστακτική | — | χύλωνε / χύλωσε | — | — | χυλώνετε / χυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →