λασπιάζω
•
- μεταφορικάγίνομαι σαν λάσπη, πολτώδης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λασπιάζω < λάσπη + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λασπιάζω | λασπιάζεις | λασπιάζει | λασπιάζουμε | λασπιάζετε | λασπιάζουν / λασπιάζουνε |
| Παρατατικός | λάσπιαζα | λάσπιαζες | λάσπιαζε | λασπιάζαμε | λασπιάζατε | λάσπιαζαν / λασπιάζαν / λασπιάζανε |
| Αόριστος | λάσπιασα | λάσπιασες | λάσπιασε | λασπιάσαμε | λασπιάσατε | λάσπιασαν / λασπιάσαν / λασπιάσανε |
| Μέλλοντας | θα λασπιάζω / θα λασπιάσω | θα λασπιάζεις / θα λασπιάσεις | θα λασπιάζει / θα λασπιάσει | θα λασπιάζουμε / θα λασπιάσουμε | θα λασπιάζετε / θα λασπιάσετε | θα λασπιάζουν / θα λασπιάζουνε / θα λασπιάσουν / θα λασπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λασπιάσει | έχεις λασπιάσει | έχει λασπιάσει | έχουμε λασπιάσει | έχετε λασπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λασπιάσει | είχες λασπιάσει | είχε λασπιάσει | είχαμε λασπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λασπιάσει / να λασπιάζω / να λασπιάσω | να έχεις λασπιάσει / να λασπιάζεις / να λασπιάσεις | να έχει λασπιάσει / να λασπιάζει / να λασπιάσει | να έχουμε λασπιάσει / να λασπιάζουμε / να λασπιάσουμε | να έχετε λασπιάσει / να λασπιάζετε / να λασπιάσετε | να λασπιάζουν / να λασπιάζουνε / να λασπιάσουν / να λασπιάσουνε |
| Προστακτική | — | λάσπιαζε / λάσπιασε | — | — | λασπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λασπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →