Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάσπη

/ˈla.spi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής Βικιλεξικό
    • Ἀλλ' ἔξαφνα μὲς στὴ βοὴ γενναῖο παλληκάρι / καβάλλα σὲ μοναστηριοῦ ἀβάστακτο μουλάρι, / ὡς τὸν ἀρχαῖον ἄγγελον τοῦ Μαραθῶνος τρέχει / κι' εἰς τοῦ Σταυροῦ τοὺς μαχητὰς φωνάζει ὅτι βρέχει. / Βροχὴ καὶ λάσπη πλάκωσε... κρῖμα καὶ πάλι κρῖμα... / κάτω ἀμέσως τἄρματα, μὴν προχωρῆτε βῆμα.
  2. μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (όπως τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό Βικιλεξικό
  3. το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμένα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάη συκοφαντία Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάη ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λάσπη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάσπη < άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλάσπηλάσπες
Γενικήλάσπηςλασπών
Αιτιατικήλάσπηλάσπες
Κλητικήλάσπηλάσπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →