λασπώνω
•
- μεταβατικό & αμετάβατογεμίζω (ή λερώνω) με λάσπες Βικιλεξικό
- Πού λάσπωσες τα παπούτσια σου;
- μεταφορικάαμαυρώνω Βικιλεξικό
- στη μαγειρικήγια (συνήθως) ζυμαρικά που κολλάνε μεταξύ τους λόγω μη ανακατέματος Βικιλεξικό
- Ανακάτεψε τα μακαρόνια για να μην λασπώσουν.
- άλλες μορφές: λασπιάζω
Ετυμολογία
λασπώνω < λάσπ(η) + -ώνω ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λασπώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λασπώνω | λασπώνεις | λασπώνει | λασπώνουμε | λασπώνετε | λασπώνουν / λασπώνουνε |
| Παρατατικός | λάσπωνα | λάσπωνες | λάσπωνε | λασπώναμε | λασπώνατε | λάσπωναν / λασπώναν / λασπώνανε |
| Αόριστος | λάσπωσα | λάσπωσες | λάσπωσε | λασπώσαμε | λασπώσατε | λάσπωσαν / λασπώσαν / λασπώσανε |
| Μέλλοντας | θα λασπώνω / θα λασπώσω | θα λασπώνεις / θα λασπώσεις | θα λασπώνει / θα λασπώσει | θα λασπώνουμε / θα λασπώσουμε | θα λασπώνετε / θα λασπώσετε | θα λασπώνουν / θα λασπώνουνε / θα λασπώσουν / θα λασπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λασπώσει | έχεις λασπώσει | έχει λασπώσει | έχουμε λασπώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λασπώσει | είχες λασπώσει | είχε λασπώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λασπώσει / να λασπώνω / να λασπώσω | να έχεις λασπώσει / να λασπώνεις / να λασπώσεις | να έχει λασπώσει / να λασπώνει / να λασπώσει | να έχουμε λασπώσει / να λασπώνουμε / να λασπώσουμε | να λασπώνετε / να λασπώσετε | να λασπώνουν / να λασπώνουνε / να λασπώσουν / να λασπώσουνε |
| Προστακτική | — | λάσπωνε / λάσπωσε | — | — | λασπώνετε / λασπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λασπώθηκαλασπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →