Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαχανικό

/la.xa.niˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήχαμηλό φυτό που καλλιεργείται, ώστε οι καρποί του ή οι ρίζες του ή ο βλαστός του ή τα φύλλα του να φαγωθούν ωμά ή μαγειρεμένα, π.χ. τα όσπρια, η ντομάτα, η πατάτα, τα χόρτα, το λάχανο κ.λπ.· στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται φυτά των οποίων οι καρποί καταναλώνονται αφού πρώτα υποστούν μηχανική ή χημική επεξεργασία, όπως τα δημητριακά ή το ζαχαρότευτλο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαχανικό < λάχαν(ο) + ουδέτερο του -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαχανικόλαχανικά
Γενικήλαχανικούλαχανικών
Αιτιατικήλαχανικόλαχανικά
Κλητικήλαχανικόλαχανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →