λάχανο
•
- φυτόείδος λαχανικού με σφαιρικό σχήμα και πλατιά φύλλα Βικιλεξικό
- Νά, λάχανα, ζωχιούς, δραξούλια, σκολιάμπρια, καψαλίζω ψᾶνες, καὶ τέτοια .. Τὸ βράδυ, ποῦ πάω στήν καλύβα, τρώγω ψωμὶ μὲ μαγέρεμμα καὶ προσφάϊ. (Η Καλλιακούδα, περιοδικό Νέα Ζωή, σελ. 148 https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/nea_zoi/article/download/64857/63733)
- αργκόκλοπιμαίο, ιδιαίτερα το πορτοφόλι (στη γλώσσα των κακοποιών) Βικιλεξικό
- Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")
- επτανησιακό ιδίωματο χορταρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάχανο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάχανο < αρχαία ελληνική λάχανον < λαχαίνω (σκάβω). Δεν σχετίζεται το λαχανιάζω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάχανο | λάχανα |
| Γενική | λάχανου | λάχανων |
| Αιτιατική | λάχανο | λάχανα |
| Κλητική | λάχανο | λάχανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →