Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάχανο

/ˈla.xa.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτόείδος λαχανικού με σφαιρικό σχήμα και πλατιά φύλλα Βικιλεξικό
    • Νά, λάχανα, ζωχιούς, δραξούλια, σκολιάμπρια, καψαλίζω ψᾶνες, καὶ τέτοια .. Τὸ βράδυ, ποῦ πάω στήν καλύβα, τρώγω ψωμὶ μὲ μαγέρεμμα καὶ προσφάϊ. (Η Καλλιακούδα, περιοδικό Νέα Ζωή, σελ. 148 https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/nea_zoi/article/download/64857/63733)
  2. αργκόκλοπιμαίο, ιδιαίτερα το πορτοφόλι (στη γλώσσα των κακοποιών) Βικιλεξικό
    • Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")
  3. επτανησιακό ιδίωματο χορταρικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λάχανο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάχανο < αρχαία ελληνική λάχανον < λαχαίνω (σκάβω). Δεν σχετίζεται το λαχανιάζω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλάχανολάχανα
Γενικήλάχανουλάχανων
Αιτιατικήλάχανολάχανα
Κλητικήλάχανολάχανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →