λαχτάρα
•
- η έντονη επιθυμία Βικιλεξικό
- έχω λαχτάρα να σε δω
- το πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας Βικιλεξικό
- είσαι η λαχτάρα μου
- η αναμονή με συναισθηματική φόρτιση Βικιλεξικό
- περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων
- ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός Βικιλεξικό
- Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)
Ετυμολογία
λαχτάρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λακτάρα, λαχτάρα < *λακτ- + -άρα κατά το τρομάρα : Ή, < επιρρηματικός αναδρομικός σχηματισμός για τη μεσαιωνική ελληνική λαχταρίζω / λαχταρῶ < αρχαία ελληνική λακτίζω (κλοτσάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λαχτάρα | λαχτάρες |
| Γενική | λαχτάρας | — |
| Αιτιατική | λαχτάρα | λαχτάρες |
| Κλητική | λαχτάρα | λαχτάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →