λαχταρώ
•
- μεταβατικόεπιθυμώ πολύ κάτι ή να δω κάποιον Βικιλεξικό
- θα σου δώσω ό,τι λαχταράει η καρδιά σου
- αμετάβατοτρομάζω, φοβάμαι για κάποιον Βικιλεξικό
- λαχτάρησα όταν τον είδα μες στα αίματα
- μεταβατικότρομάζω κάποιον, τον κάνω να φοβηθεί για μένα Βικιλεξικό
- μας λαχτάρησες με το τηλεφώνημά σου
Ετυμολογία
λαχταρώ < μεσαιωνική ελληνική λακταρῶ < λακτάρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →