λαϊκίζω
•
- πολιτικήυιοθετώ την τακτική του λαϊκισμού, είμαι λαϊκιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαϊκίζω < λαϊκ(ός) + -ίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική λαός < *lāwós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₂wos < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λαϊκίζω | λαϊκίζεις | λαϊκίζει | λαϊκίζουμε | λαϊκίζετε | λαϊκίζουν / λαϊκίζουνε |
| Παρατατικός | λαΐκιζα | λαΐκιζες | λαΐκιζε | λαϊκίζαμε | λαϊκίζατε | λαΐκιζαν / λαϊκίζαν / λαϊκίζανε |
| Αόριστος | λαΐκισα | λαΐκισες | λαΐκισε | λαϊκίσαμε | λαϊκίσατε | λαΐκισαν / λαϊκίσαν / λαϊκίσανε |
| Μέλλοντας | θα λαϊκίζω / θα λαϊκίσω | θα λαϊκίζεις / θα λαϊκίσεις | θα λαϊκίζει / θα λαϊκίσει | θα λαϊκίζουμε / θα λαϊκίσουμε | θα λαϊκίζετε / θα λαϊκίσετε | θα λαϊκίζουν / θα λαϊκίζουνε / θα λαϊκίσουν / θα λαϊκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λαϊκίσει | έχεις λαϊκίσει | έχει λαϊκίσει | έχουμε λαϊκίσει | έχετε λαϊκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λαϊκίσει | είχες λαϊκίσει | είχε λαϊκίσει | είχαμε λαϊκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λαϊκίσει / να λαϊκίζω / να λαϊκίσω | να έχεις λαϊκίσει / να λαϊκίζεις / να λαϊκίσεις | να έχει λαϊκίσει / να λαϊκίζει / να λαϊκίσει | να έχουμε λαϊκίσει / να λαϊκίζουμε / να λαϊκίσουμε | να έχετε λαϊκίσει / να λαϊκίζετε / να λαϊκίσετε | να λαϊκίζουν / να λαϊκίζουνε / να λαϊκίσουν / να λαϊκίσουνε |
| Προστακτική | — | λαΐκιζε / λαΐκισε | — | — | λαϊκίζετε / λαϊκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →