Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαϊκίζω

/la.iˈci.zo/ρήμα
•
  1. πολιτικήυιοθετώ την τακτική του λαϊκισμού, είμαι λαϊκιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαϊκίζω < λαϊκ(ός) + -ίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική λαός < *lāwós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leh₂wos < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλαϊκίζωλαϊκίζειςλαϊκίζειλαϊκίζουμελαϊκίζετελαϊκίζουν / λαϊκίζουνε
Παρατατικόςλαΐκιζαλαΐκιζεςλαΐκιζελαϊκίζαμελαϊκίζατελαΐκιζαν / λαϊκίζαν / λαϊκίζανε
Αόριστοςλαΐκισαλαΐκισεςλαΐκισελαϊκίσαμελαϊκίσατελαΐκισαν / λαϊκίσαν / λαϊκίσανε
Μέλλονταςθα λαϊκίζω / θα λαϊκίσωθα λαϊκίζεις / θα λαϊκίσειςθα λαϊκίζει / θα λαϊκίσειθα λαϊκίζουμε / θα λαϊκίσουμεθα λαϊκίζετε / θα λαϊκίσετεθα λαϊκίζουν / θα λαϊκίζουνε / θα λαϊκίσουν / θα λαϊκίσουνε
Παρακείμενοςέχω λαϊκίσειέχεις λαϊκίσειέχει λαϊκίσειέχουμε λαϊκίσειέχετε λαϊκίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λαϊκίσειείχες λαϊκίσειείχε λαϊκίσειείχαμε λαϊκίσει——
Υποτακτικήνα έχω λαϊκίσει / να λαϊκίζω / να λαϊκίσωνα έχεις λαϊκίσει / να λαϊκίζεις / να λαϊκίσειςνα έχει λαϊκίσει / να λαϊκίζει / να λαϊκίσεινα έχουμε λαϊκίσει / να λαϊκίζουμε / να λαϊκίσουμενα έχετε λαϊκίσει / να λαϊκίζετε / να λαϊκίσετενα λαϊκίζουν / να λαϊκίζουνε / να λαϊκίσουν / να λαϊκίσουνε
Προστακτική—λαΐκιζε / λαΐκισε——λαϊκίζετε / λαϊκίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →