Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λαϊκισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήσύστημα ιδεών και πολιτικών πρακτικών που θεωρεί πως ο λαός είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από μικρές προνομιούχες ομάδες (ελίτ) και προτείνει διεκδικητικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης και την επανάκτηση των λαϊκών δικαιωμάτων Βικιλεξικό
  2. μειωτικόπολιτική ιδεολογία και πρακτική που επικαλείται τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων και χρησιμοποιεί την κολακεία του λαού, ώστε να τον παρασύρει σε επιλογές που φαίνονται να είναι υπέρ του, ενώ στην πραγματικότητα είναι εναντίον του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λαϊκισμός < λαϊκ(ός) + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική populism)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλαϊκισμόςλαϊκισμοί
Γενικήλαϊκισμούλαϊκισμών
Αιτιατικήλαϊκισμόλαϊκισμούς
Κλητικήλαϊκισμέλαϊκισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →