λαϊκιστικός
•
- πολιτικήπου χαρακτηρίζεται από λαϊκισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λαϊκιστικός < λαϊκιστής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική populistic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαϊκιστικός | λαϊκιστική | λαϊκιστικό |
| Γενική | λαϊκιστικού | λαϊκιστικής | λαϊκιστικού |
| Αιτιατική | λαϊκιστικό | λαϊκιστική | λαϊκιστικό |
| Κλητική | λαϊκιστικέ | λαϊκιστική | λαϊκιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαϊκιστικοί | λαϊκιστικές | λαϊκιστικά |
| Γενική | λαϊκιστικών | λαϊκιστικών | λαϊκιστικών |
| Αιτιατική | λαϊκιστικούς | λαϊκιστικές | λαϊκιστικά |
| Κλητική | λαϊκιστικοί | λαϊκιστικές | λαϊκιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →