λεβεντογυναίκα
•
- γυναίκα με λεβεντιά στο παράστημα και στους τρόπους· με αρχοντική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεβεντογυναίκα < λεβεντο- + γυναίκα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεβεντογυναίκα | λεβεντογυναίκες |
| Γενική | λεβεντογυναίκας | λεβεντογυναικών |
| Αιτιατική | λεβεντογυναίκα | λεβεντογυναίκες |
| Κλητική | λεβεντογυναίκα | λεβεντογυναίκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →