λειαίνω
•
- επεξεργάζομαι μια επιφάνεια για να την κάνω λεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λειαίνω < αρχαία ελληνική λειαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λειαίνω | λειαίνεις | λειαίνει | λειαίνουμε | λειαίνετε | λειαίνουν / λειαίνουνε |
| Παρατατικός | λείαινα | λείαινες | λείαινε | λειαίναμε | λειαίνατε | λείαιναν / λειαίναν / λειαίνανε |
| Αόριστος | λείανα | λείανες | λείανε | λειάναμε | λειάνατε | λείαναν / λειάναν / λειάνανε |
| Μέλλοντας | θα λειάνω / θα λειαίνω | θα λειάνεις / θα λειαίνεις | θα λειάνει / θα λειαίνει | θα λειάνουμε / θα λειαίνουμε | θα λειάνετε / θα λειαίνετε | θα λειάνουν / θα λειάνουνε / θα λειαίνουν / θα λειαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λειάνει | έχεις λειάνει | έχει λειάνει | έχουμε λειάνει | έχετε λειάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λειάνει | είχες λειάνει | είχε λειάνει | είχαμε λειάνει | είχατε λειάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω λειάνει / να λειάνω / να λειαίνω | να έχεις λειάνει / να λειάνεις / να λειαίνεις | να έχει λειάνει / να λειάνει / να λειαίνει | να έχουμε λειάνει / να λειάνουμε / να λειαίνουμε | να έχετε λειάνει / να λειάνετε / να λειαίνετε | να λειάνουν / να λειάνουνε / να λειαίνουν / να λειαίνουνε |
| Προστακτική | — | λείαινε / λείανε | — | — | λειάνετε / λειαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →