Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λειπανάβατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο άζυμος ή χωρίς αρκετή ζύμη, ώστε να «φουσκώσει» το ψωμί Βικιλεξικό
  2. παρωχημένολειψός, άβουλος, αδρανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λειπανάβατος < μεσαιωνική ελληνική λειπανάβατος / λειψανάβατος < αρχαία ελληνική λείπω + ἀναβαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλειπανάβατοςλειπανάβατηλειπανάβατο
Γενικήλειπανάβατουλειπανάβατηςλειπανάβατου
Αιτιατικήλειπανάβατολειπανάβατηλειπανάβατο
Κλητικήλειπανάβατελειπανάβατηλειπανάβατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλειπανάβατοιλειπανάβατεςλειπανάβατα
Γενικήλειπανάβατωνλειπανάβατωνλειπανάβατων
Αιτιατικήλειπανάβατουςλειπανάβατεςλειπανάβατα
Κλητικήλειπανάβατοιλειπανάβατεςλειπανάβατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →