Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λειχηνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με λειχήνες (δερματικά εξανθήματα) ή αναφέρεται σ' αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λειχηνικός < λειχήνα + -ικός < αρχαία ελληνική λειχήν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλειχηνικόςλειχηνικήλειχηνικό
Γενικήλειχηνικούλειχηνικήςλειχηνικού
Αιτιατικήλειχηνικόλειχηνικήλειχηνικό
Κλητικήλειχηνικέλειχηνικήλειχηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλειχηνικοίλειχηνικέςλειχηνικά
Γενικήλειχηνικώνλειχηνικώνλειχηνικών
Αιτιατικήλειχηνικούςλειχηνικέςλειχηνικά
Κλητικήλειχηνικοίλειχηνικέςλειχηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →