λειχήνα
•
- βιολογίασυνδυασμός από φύκια και μύκητες που εμφανίζεται επάνω σε δέντρα ή άλλα φυτά Βικιλεξικό
- ιατρικήεξάνθημα στο δέρμα που προέρχεται από κάποια πάθηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λειχήνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λειχήνα < ελληνιστική κοινή λειχήνη < αρχαία ελληνική λειχήν (αρσενικό, είδος αναρριχητικού βρύου) με μεταπλασμό σε θηλυκό της αιτιατικής «τὸν λειχῆνα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λειχήνα | λειχήνες |
| Γενική | λειχήνας | λειχηνών |
| Αιτιατική | λειχήνα | λειχήνες |
| Κλητική | λειχήνα | λειχήνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →