Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεμβουχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λεμβούχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένολεμβουχικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεμβουχικός < λεμβούχος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμβουχικόςλεμβουχικήλεμβουχικό
Γενικήλεμβουχικούλεμβουχικήςλεμβουχικού
Αιτιατικήλεμβουχικόλεμβουχικήλεμβουχικό
Κλητικήλεμβουχικέλεμβουχικήλεμβουχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμβουχικοίλεμβουχικέςλεμβουχικά
Γενικήλεμβουχικώνλεμβουχικώνλεμβουχικών
Αιτιατικήλεμβουχικούςλεμβουχικέςλεμβουχικά
Κλητικήλεμβουχικοίλεμβουχικέςλεμβουχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →