Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεμονί

/le.moˈni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώματο κίτρινο χρώμα· το χρώμα του λεμονιού Βικιλεξικό
    • αυτό το κίτρινο μπλουζάκι έχει χρώμα λεμονί!
    • λεμονί (χρώμα):
    • λεμονί (χρώμα):

Ετυμολογία

λεμονί < λεμόν(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λεμόνι

/leˈmo.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φρούτοο καρπός της λεμονιάς Βικιλεξικό
    • Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλιου, τόμος Α΄, Εν Βιέννη Αουστρίας, 1792, σελ. 243 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%BF%CF%85_%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%85_%E1%BF%AC%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CE%BD_%CF%83%CF%85/-SlkAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1%22&pg=PA243&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

λεμόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λεμόνι < λιμόνι < ιταλική limone < αραβική ليمون (laymūn: λεμόνι) < περσική لیمو (limu: λεμόνι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεμόνιλεμόνια
Γενικήλεμονιούλεμονιών
Αιτιατικήλεμόνιλεμόνια
Κλητικήλεμόνιλεμόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λεμονί

/le.moˈni/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του λεμονής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεμονί < λεμόν(ι) + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →