Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεμφαγγειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το λεμφαγγείο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεμφαγγειακός < λεμφαγγείο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμφαγγειακόςλεμφαγγειακήλεμφαγγειακό
Γενικήλεμφαγγειακούλεμφαγγειακήςλεμφαγγειακού
Αιτιατικήλεμφαγγειακόλεμφαγγειακήλεμφαγγειακό
Κλητικήλεμφαγγειακέλεμφαγγειακήλεμφαγγειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεμφαγγειακοίλεμφαγγειακέςλεμφαγγειακά
Γενικήλεμφαγγειακώνλεμφαγγειακώνλεμφαγγειακών
Αιτιατικήλεμφαγγειακούςλεμφαγγειακέςλεμφαγγειακά
Κλητικήλεμφαγγειακοίλεμφαγγειακέςλεμφαγγειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →