λεμφαγγειακός
•
- που έχει σχέση με το λεμφαγγείο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λεμφαγγειακός < λεμφαγγείο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεμφαγγειακός | λεμφαγγειακή | λεμφαγγειακό |
| Γενική | λεμφαγγειακού | λεμφαγγειακής | λεμφαγγειακού |
| Αιτιατική | λεμφαγγειακό | λεμφαγγειακή | λεμφαγγειακό |
| Κλητική | λεμφαγγειακέ | λεμφαγγειακή | λεμφαγγειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεμφαγγειακοί | λεμφαγγειακές | λεμφαγγειακά |
| Γενική | λεμφαγγειακών | λεμφαγγειακών | λεμφαγγειακών |
| Αιτιατική | λεμφαγγειακούς | λεμφαγγειακές | λεμφαγγειακά |
| Κλητική | λεμφαγγειακοί | λεμφαγγειακές | λεμφαγγειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →