Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεξικογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου ασχολείται με τη σύνταξη ενός λεξικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεξικογράφος < ελληνιστική κοινή λεξικογράφος. Μορφολογικά αναλύεται σε λεξικο- + -γράφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεξικογράφοςλεξικογράφοι
Γενικήλεξικογράφουλεξικογράφων
Αιτιατικήλεξικογράφολεξικογράφους
Κλητικήλεξικογράφελεξικογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →