Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεξικό

/le.ksiˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λεξικογραφίαέργο (βιβλίο, ψηφιακό αρχείο ή/και ιστότοπος) που συστηματικά συγκεντρώνει και ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική ή άλλη σειρά, παρέχοντας και ποικίλες πληροφορίες (γραμματικές, συντακτικές, ερμηνευτικές, ετυμολογικές κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. το βιβλίο που συστηματικά συγκεντρώνει και αναπτύσσει συνοπτικά τους όρους ενός επιστημονικού κλάδου Βικιλεξικό
  3. γλωσσολογίατο σύνολο των λέξεων που μπορεί να χρησιμοποιεί για επικοινωνία μια γλωσσική κοινότητα (σε αντιδιαστολή προς το λεξιλόγιο ενός ατόμου) Βικιλεξικό
  4. πληροφορική, (δομή δεδομένων) βλ. συνώνυμο πίνακας συσχετισμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λεξικό < ελληνιστική κοινή λεξικόν (εννοείται βιβλίον), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λεξικός < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dictionnaire

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλεξικόλεξικά
Γενικήλεξικούλεξικών
Αιτιατικήλεξικόλεξικά
Κλητικήλεξικόλεξικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →