λεξοσύννεφο
•
- νεολογισμόςγραφική απεικόνιση ενός συνόλου λέξεων, όπου το μέγεθος ή η έμφαση καθεμιάς αποτυπώνει τη σχετική συχνότητα ή τη σημασία της μέσα σε ένα κείμενο ή σώμα κειμένων Βικιλεξικό
- Τα λεξοσύννεφα και τα σύννεφα ετικετών αποτελούν δημοφιλή εργαλεία οπτικοποίησης κειμένων: το wordle, το TextArc, το TagCrowd, το ManiWordle παρέχουν έναν ελκυστικό τρόπο να συνοψίζουν το περιεχόμενο μιας ιστοσελίδας, μια ερευνητική εργασία ή έναν πολιτικό λόγο, όπως η αντιπαραβολή ομιλιών υποψηφίων προέδρων των ΗΠΑ ή κείμενα συμφωνιών. (www.eleto.gr)
Ετυμολογία
λεξοσύννεφο < λέξ(η) + -ο- + σύννεφο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική word cloud)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεξοσύννεφο | λεξοσύννεφα |
| Γενική | λεξοσύννεφου | λεξοσύννεφων |
| Αιτιατική | λεξοσύννεφο | λεξοσύννεφα |
| Κλητική | λεξοσύννεφο | λεξοσύννεφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →