σύννεφο
•
- μετεωρολογίαορατή μάζα συμπυκνωμένων υδρατμών που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος Βικιλεξικό
- Και η σκέψη μου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν θολή, ξαφνικά καθάρισε, σαν να φύσηξε ένα δυνατό χαμσίνι, σαν αυτά που έκαναν τη ζωή μου δύσκολη στην έρημο, και να 'διωξε τα σύννεφα που τη σκοτείνιαζαν. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος 2005)
- μεταφορικάαντικείμενα σε μεγάλο αριθμό σαν σε σύννεφο Βικιλεξικό
- Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
Ετυμολογία
σύννεφο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σύννεφο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο < ελληνιστική κοινή σύννεφος < συν- + νέφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύννεφο | σύννεφα |
| Γενική | σύννεφου | σύννεφων |
| Αιτιατική | σύννεφο | σύννεφα |
| Κλητική | σύννεφο | σύννεφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →