λεονταρισμός
•
- επίδειξη τόλμης για να εντυπωσιαστεί ή να φοβηθεί κάποιος Βικιλεξικό
- ο λεονταρισμός του προκαλεί θυμηδία
- γελιέσαι αν νομίζεις ότι οι απειλές και οι λεονταρισμοί σου περνάνε σε εμάς
Ετυμολογία
λεονταρισμός < λεοντάρ(ι) + -ισμός < ελληνιστική κοινή λεοντάριον υποκοριστικό < αρχαία ελληνική λέων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεονταρισμός | λεονταρισμοί |
| Γενική | λεονταρισμού | λεονταρισμών |
| Αιτιατική | λεονταρισμό | λεονταρισμούς |
| Κλητική | λεονταρισμέ | λεονταρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →