Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λεπτόκορμος

/leˈpto.koɾ.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει λεπτό κορμό Βικιλεξικό
    • Με ύψος περί τα δύο μέτρα, λεπτόκορμος αλλά με τετράγωνους ώμους, με ξανθά μαλλιά και βαθιά μπλε μάτια, αυτός ο άντρας που έφθασε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1924 για να μαγευτεί αμέσως από τη χώρα, γοήτευσε και ο ίδιος τους ανθρώπους γύρω του όχι μόνον για την εξαιρετική εμφάνισή του αλλά κυρίως για την επιστημονική κατάρτιση και το έργο που παρήγαγε στο διάστημα του σύντομου βίου του.

Ετυμολογία

λεπτόκορμος < λεπτό- + κορμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτόκορμοςλεπτόκορμηλεπτόκορμο
Γενικήλεπτόκορμουλεπτόκορμηςλεπτόκορμου
Αιτιατικήλεπτόκορμολεπτόκορμηλεπτόκορμο
Κλητικήλεπτόκορμελεπτόκορμηλεπτόκορμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλεπτόκορμοιλεπτόκορμεςλεπτόκορμα
Γενικήλεπτόκορμωνλεπτόκορμωνλεπτόκορμων
Αιτιατικήλεπτόκορμουςλεπτόκορμεςλεπτόκορμα
Κλητικήλεπτόκορμοιλεπτόκορμεςλεπτόκορμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →