λεπτόκορμος
•
- που έχει λεπτό κορμό Βικιλεξικό
- Με ύψος περί τα δύο μέτρα, λεπτόκορμος αλλά με τετράγωνους ώμους, με ξανθά μαλλιά και βαθιά μπλε μάτια, αυτός ο άντρας που έφθασε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1924 για να μαγευτεί αμέσως από τη χώρα, γοήτευσε και ο ίδιος τους ανθρώπους γύρω του όχι μόνον για την εξαιρετική εμφάνισή του αλλά κυρίως για την επιστημονική κατάρτιση και το έργο που παρήγαγε στο διάστημα του σύντομου βίου του.
Ετυμολογία
λεπτόκορμος < λεπτό- + κορμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτόκορμος | λεπτόκορμη | λεπτόκορμο |
| Γενική | λεπτόκορμου | λεπτόκορμης | λεπτόκορμου |
| Αιτιατική | λεπτόκορμο | λεπτόκορμη | λεπτόκορμο |
| Κλητική | λεπτόκορμε | λεπτόκορμη | λεπτόκορμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λεπτόκορμοι | λεπτόκορμες | λεπτόκορμα |
| Γενική | λεπτόκορμων | λεπτόκορμων | λεπτόκορμων |
| Αιτιατική | λεπτόκορμους | λεπτόκορμες | λεπτόκορμα |
| Κλητική | λεπτόκορμοι | λεπτόκορμες | λεπτόκορμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →