Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκοσίδηρος

/lef.koˈsi.ði.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταλλουργίαλαμαρίνα ή γενικότερα λεπτό φύλλο επικασσιτερωμένου χάλυβα Βικιλεξικό
    • Το λαδορρόϊ ἢ λαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)

Ετυμολογία

λευκοσίδηρος < λευκο- + σίδηρος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fer-blanc)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλευκοσίδηροςλευκοσίδηροι
Γενικήλευκοσίδηρου / λευκοσιδήρουλευκοσίδηρων / λευκοσιδήρων
Αιτιατικήλευκοσίδηρολευκοσίδηρους / λευκοσιδήρους
Κλητικήλευκοσίδηρελευκοσίδηροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →