λευκοσίδηρος
•
- μεταλλουργίαλαμαρίνα ή γενικότερα λεπτό φύλλο επικασσιτερωμένου χάλυβα Βικιλεξικό
- Το λαδορρόϊ ἢ λαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)
Ετυμολογία
λευκοσίδηρος < λευκο- + σίδηρος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fer-blanc)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκοσίδηρος | λευκοσίδηροι |
| Γενική | λευκοσίδηρου / λευκοσιδήρου | λευκοσίδηρων / λευκοσιδήρων |
| Αιτιατική | λευκοσίδηρο | λευκοσίδηρους / λευκοσιδήρους |
| Κλητική | λευκοσίδηρε | λευκοσίδηροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →