λευκοσιδηρουργείο
•
- το εργαστήρι του λευκοσιδηρουργού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκοσιδηρουργείο < λευκοσιδηρουργ(ός) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκοσιδηρουργείο | λευκοσιδηρουργεία |
| Γενική | λευκοσιδηρουργείου | λευκοσιδηρουργείων |
| Αιτιατική | λευκοσιδηρουργείο | λευκοσιδηρουργεία |
| Κλητική | λευκοσιδηρουργείο | λευκοσιδηρουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →