Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λημματολογώ

ρήμα
•
  1. λεξικογραφίακαταρτίζω το λημματολόγιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λημματολογώ < λημματολόγιο + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλημματολογώλημματολογείςλημματολογείλημματολογούμελημματολογείτελημματολογούν / λημματολογούνε
Παρατατικόςλημματολογούσαλημματολογούσεςλημματολογούσελημματολογούσαμελημματολογούσατελημματολογούσαν / λημματολογούσανε
Αόριστοςλημματολόγησαλημματολόγησεςλημματολόγησελημματολογήσαμελημματολογήσατελημματολογήσαν / λημματολογήσανε / λημματολόγησαν
Μέλλονταςθα λημματολογήσω / θα λημματολογώθα λημματολογήσεις / θα λημματολογείςθα λημματολογήσει / θα λημματολογείθα λημματολογήσουμε / θα λημματολογούμεθα λημματολογήσετε / θα λημματολογείτεθα λημματολογήσουν / θα λημματολογήσουνε / θα λημματολογούν / θα λημματολογούνε
Παρακείμενοςέχω λημματολογήσειέχεις λημματολογήσειέχει λημματολογήσειέχουμε λημματολογήσειέχετε λημματολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λημματολογήσειείχες λημματολογήσειείχε λημματολογήσειείχαμε λημματολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω λημματολογήσει / να λημματολογήσω / να λημματολογώνα έχεις λημματολογήσει / να λημματολογήσεις / να λημματολογείςνα έχει λημματολογήσει / να λημματολογήσει / να λημματολογείνα έχουμε λημματολογήσει / να λημματολογήσουμε / να λημματολογούμενα έχετε λημματολογήσει / να λημματολογήσετε / να λημματολογείτενα λημματολογήσουν / να λημματολογήσουνε / να λημματολογούν / να λημματολογούνε
Προστακτική—λημματολόγει / λημματολόγησε——λημματολογήστε / λημματολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →