λημματολογώ
•
- λεξικογραφίακαταρτίζω το λημματολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λημματολογώ < λημματολόγιο + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λημματολογώ | λημματολογείς | λημματολογεί | λημματολογούμε | λημματολογείτε | λημματολογούν / λημματολογούνε |
| Παρατατικός | λημματολογούσα | λημματολογούσες | λημματολογούσε | λημματολογούσαμε | λημματολογούσατε | λημματολογούσαν / λημματολογούσανε |
| Αόριστος | λημματολόγησα | λημματολόγησες | λημματολόγησε | λημματολογήσαμε | λημματολογήσατε | λημματολογήσαν / λημματολογήσανε / λημματολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα λημματολογήσω / θα λημματολογώ | θα λημματολογήσεις / θα λημματολογείς | θα λημματολογήσει / θα λημματολογεί | θα λημματολογήσουμε / θα λημματολογούμε | θα λημματολογήσετε / θα λημματολογείτε | θα λημματολογήσουν / θα λημματολογήσουνε / θα λημματολογούν / θα λημματολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω λημματολογήσει | έχεις λημματολογήσει | έχει λημματολογήσει | έχουμε λημματολογήσει | έχετε λημματολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λημματολογήσει | είχες λημματολογήσει | είχε λημματολογήσει | είχαμε λημματολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λημματολογήσει / να λημματολογήσω / να λημματολογώ | να έχεις λημματολογήσει / να λημματολογήσεις / να λημματολογείς | να έχει λημματολογήσει / να λημματολογήσει / να λημματολογεί | να έχουμε λημματολογήσει / να λημματολογήσουμε / να λημματολογούμε | να έχετε λημματολογήσει / να λημματολογήσετε / να λημματολογείτε | να λημματολογήσουν / να λημματολογήσουνε / να λημματολογούν / να λημματολογούνε |
| Προστακτική | — | λημματολόγει / λημματολόγησε | — | — | λημματολογήστε / λημματολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →