λιανίζω
•
- κόβω σε λιανά κομμάτια Βικιλεξικό
- Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
- μεταφορικάχτυπώ κάποιον δυνατά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκατανικώ, κατατροπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιανίζω < μεσαιωνική ελληνική λιανίζω < λιανός < αρχαία ελληνική λεῖος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιανίζω | λιανίζεις | λιανίζει | λιανίζουμε | λιανίζετε | λιανίζουν / λιανίζουνε |
| Παρατατικός | λιάνιζα | λιάνιζες | λιάνιζε | λιανίζαμε | λιανίζατε | λιάνιζαν / λιανίζαν / λιανίζανε |
| Αόριστος | λιάνισα | λιάνισες | λιάνισε | λιανίσαμε | λιανίσατε | λιάνισαν / λιανίσαν / λιανίσανε |
| Μέλλοντας | θα λιανίζω / θα λιανίσω | θα λιανίζεις / θα λιανίσεις | θα λιανίζει / θα λιανίσει | θα λιανίζουμε / θα λιανίσουμε | θα λιανίζετε / θα λιανίσετε | θα λιανίζουν / θα λιανίζουνε / θα λιανίσουν / θα λιανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιανίσει | έχεις λιανίσει | έχει λιανίσει | έχουμε λιανίσει | έχετε λιανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιανίσει | είχες λιανίσει | είχε λιανίσει | είχαμε λιανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιανίσει / να λιανίζω / να λιανίσω | να έχεις λιανίσει / να λιανίζεις / να λιανίσεις | να έχει λιανίσει / να λιανίζει / να λιανίσει | να έχουμε λιανίσει / να λιανίζουμε / να λιανίσουμε | να έχετε λιανίσει / να λιανίζετε / να λιανίσετε | να λιανίζουν / να λιανίζουνε / να λιανίσουν / να λιανίσουνε |
| Προστακτική | — | λιάνιζε / λιάνισε | — | — | λιανίζετε / λιανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →