Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιανίζω

/ʎaˈni.zo/ρήμα
•
  1. κόβω σε λιανά κομμάτια Βικιλεξικό
    • Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
  2. μεταφορικάχτυπώ κάποιον δυνατά Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκατανικώ, κατατροπώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιανίζω < μεσαιωνική ελληνική λιανίζω < λιανός < αρχαία ελληνική λεῖος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλιανίζωλιανίζειςλιανίζειλιανίζουμελιανίζετελιανίζουν / λιανίζουνε
Παρατατικόςλιάνιζαλιάνιζεςλιάνιζελιανίζαμελιανίζατελιάνιζαν / λιανίζαν / λιανίζανε
Αόριστοςλιάνισαλιάνισεςλιάνισελιανίσαμελιανίσατελιάνισαν / λιανίσαν / λιανίσανε
Μέλλονταςθα λιανίζω / θα λιανίσωθα λιανίζεις / θα λιανίσειςθα λιανίζει / θα λιανίσειθα λιανίζουμε / θα λιανίσουμεθα λιανίζετε / θα λιανίσετεθα λιανίζουν / θα λιανίζουνε / θα λιανίσουν / θα λιανίσουνε
Παρακείμενοςέχω λιανίσειέχεις λιανίσειέχει λιανίσειέχουμε λιανίσειέχετε λιανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λιανίσειείχες λιανίσειείχε λιανίσειείχαμε λιανίσει——
Υποτακτικήνα έχω λιανίσει / να λιανίζω / να λιανίσωνα έχεις λιανίσει / να λιανίζεις / να λιανίσειςνα έχει λιανίσει / να λιανίζει / να λιανίσεινα έχουμε λιανίσει / να λιανίζουμε / να λιανίσουμενα έχετε λιανίσει / να λιανίζετε / να λιανίσετενα λιανίζουν / να λιανίζουνε / να λιανίσουν / να λιανίσουνε
Προστακτική—λιάνιζε / λιάνισε——λιανίζετε / λιανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →